διατύπωσιν

διατύπωσις
full and perfect shape
fem acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διατύπωση — η (AM ις) [διατυπώ] έκφραση διανοήματος νεοελλ. μσν. συνήθως στον πληθ. διατυπώσεις τυπικές πράξεις που τηρούνται υποχρεωτικά για να ενισχύσουν το κύρος επιδιωκόμενου σκοπού («τελωνειακές διατυπώσεις») μσν. αρχ. 1. σχηματισμός, διαμόρφωση («ὅταν… …   Dictionary of Greek

  • въображениѥ — ВЪОБРАЖЕНИ|Ѥ (31), ˫А с. 1.Действие по гл. въображати в 1 знач.: Что же ѥсть ѥже г҃лю рѣша нѣции. нѣкыхъ васъ. ѿ поставленыхъ приимати имѣнь˫а. посѣнѩти же имене бл҃гоч(с)ть˫а. се же пѹще есть. аще бо зло˫а кто. воображеньемь бл҃гаго творить. (ἐν …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.